O σκελετός στη ντουλάπα

του Πάνου Κοσμά

(περιοδικό Γαλέρα-Μάρτης 2008)

Σε 32 δισ. ευρώ ανέρχονται οι απώλειες των µισθών στα χρόνια της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας.

Η οικονοµία είναι ένα «αντικείµενο» του δηµόσιου λόγου στρυφνό και ακαταλαβίστικο. ΑΕΠ, παραγωγικότητα, πληθωρισµός, επιτόκια, αξίες και υπεραξίες, δοµηµένα προϊόντα, ένα σωρό δείκτες… Ο µέσος πολίτης φαντάζεται τον εαυτό του µπλεγµένο στον… ιστό αυτής της αράχνης και καταλαµβάνεται από δέος. Αισθάνεται αδύναµος να καταλάβει, και έτσι παίρνει µια και καλή την απόφαση να παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια να καταλάβει. Στα χρόνια του νεοφιλελευθερισµού η κατάσταση επιδεινώθηκε: η «χρηµατιστικοποίηση» της οικονοµίας πρόσθεσε δεκάδες δείκτες, ευγενική προσφορά του χρηµατιστικού καπιταλισµού στους υποψήφιους «επενδυτές». Οι αγορές χρηµατοοικονοµικών προϊόντων γιγαντώθηκαν, το χρηµατιστήριο εισέβαλε στην καθηµερινότητά µας, δεκάδες ιδιωτικοί διεθνείς «οίκοι» ανέλαβαν να βαθµολογούν την αξιοπιστία κρατών και εταιρειών, δεκάδες δείκτες προσφέρονταν στους υποψήφιους επενδυτές για να τους διαφωτίσουν για τις επενδύσεις τους. Έτσι, τα πράγµατα για τον µέσο πολίτη έγιναν ακόµη πιο ακαταλαβίστικα. Κι ωστόσο, βρίσκει συνεχώς την οικονοµία µπροστά του. Γιατί η ζωή του, η ζωή όλων µας, εξελίσσεται στο «έδαφος» που διαµορφώνει η οικονοµία: η παραγωγή, η ανάπτυξη, το εισόδηµα, ο εργάσιµος χρόνος.

Κι ωστόσο, µέσα σ’ αυτό τον ορυµαγδό οικονοµικών µεγεθών, στατιστικών δεδοµένων και δεικτών για τις πιο απίθανες πλευρές της οικονοµική δραστηριότητας, ένας δείκτης, ο πιο σηµαντικός, βγήκε σχεδόν στην παρανοµία: ο δείκτης «Συµµετοχή των µισθών στο παραγόµενο προϊόν». Δεν θα τον βρείτε στις εκατοντάδες σελίδες του προϋπολογισµού ούτε στις εκθέσεις και τα στατιστικά δελτία της Τράπεζας της Ελλάδας. Δεν θα τον βρείτε στις ανακοινώσεις και εκθέσεις του ΔΝΤ, της Παγκόσµιας Τράπεζας, της Κοµισιόν. Για να τον «ξετρυπώσει» κανείς, πρέπει να ψάξει στις πίσω σελίδες του «European Economy» ή σε εξειδικευµένες στατιστικές. Τι µας λέει αυτό το µέγεθος και γιατί… βγήκε στην παρανοµία;

Εντεταλµένη σιωπή

Όσο περίπλοκα κι αν παρουσιάζονται τα πράγµατα για την οικονοµία, οι βασικές της «αλήθειες» παραµένουν απλές. Ειδικότερα για το θέµα που θα µας απασχολήσει, η βασική αλήθεια της οικονοµικής πολιτικής, αυτή δηλαδή που µας αποκαλύπτει το κοινωνικό της αποτέλεσµα, είναι απλή. Το οικονοµικό µέγεθος που µας την αποκαλύπτει είναι η «συµµετοχή των µισθών στο παραγόµενο προϊόν». Με απλά λόγια, το παραγόµενο προϊόν, δηλαδή ο παραγόµενος πλούτος, µοιράζεται ανάµεσα στους µισθούς και τα κέρδη. Ο τρόπος αυτής της «µοιρασιάς» δείχνει, πέρα από κάθε αµφιβολία και µε τον πλέον επίσηµο τρόπο, αν η οικονοµική πολιτική ευνοεί τα κέρδη ή τους µισθούς –και πόσο.

Ποια ήταν η πορεία αυτού του µεγέθους τις τελευταίες δυόµισι δεκαετίες; Έφτασε στο υψηλότερο ποσοστό του το 1982 (ως αποτέλεσµα των µεταπολιτευτικών κατακτήσεων των εργαζοµένων): 77% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ). Στη συνέχεια η πορεία του ήταν διαρκώς καθοδική, για να φτάσει το 2004 (ύστερα από µακρόχρονη εφαρµογή νεοφιλελεύθερων πολιτικών) το 64% του ΑΕΠ. Τι σηµαίνει αυτή η µείωση κατά 13% της συµµετοχής των µισθών στο ΑΕΠ; Με το ΑΕΠ του 2008 να προβλέπεται από τον προϋπολογισµό ότι θα ανέλθει σε 249 δισ. ευρώ, αυτή η µείωση κατά 13 ποσοστιαίες µονάδες σηµαίνει µείωση κατά 32 δισ. ευρώ!

Όποιος θέλει να µάθει για ποιον «δούλεψαν» οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές, ο νεοφιλελευθερισµός, την τελευταία εικοσιπενταετία, η απάντηση είναι απλή: µείωσαν το µερίδιο των µισθωτών στον παραγόµενο πλούτο κατά 32 δισ. ευρώ. Και φυσικά, αυτά τα 32 δισ. ευρώ που χάθηκαν για τους µισθωτούς πήγαν στα κέρδη.
Εννοείται πως ό,τι συνέβη στην Ελλάδα συνέβη και διεθνώς, καθώς ο νεοφιλελευθερισµός είναι εδώ και πολλά χρόνια το παγκοσµιοποιηµένο «δόγµα» της οικονοµικής πολιτικής.

Ο µηχανισµός της κλοπής

Κάθε χρόνο ο υπουργός Οικονοµίας και Οικονοµικών εξαγγέλλει στις αρχές Φεβρουαρίου την εισοδηµατική πολιτική, δηλαδή τις αυξήσεις σε µισθούς και συντάξεις στον δηµόσιο τοµέα. Στη συνέχεια, η εισοδηµατική πολιτική δίνει τον τόνο για τις συλλογικές διαπραγµατεύσεις σχετικά µε τις αυξήσεις µισθών στον ιδιωτικό τοµέα. Τι µαθαίνουµε από τα χείλη του υπουργού όταν εξαγγέλλει την εισοδηµατική πολιτική; Ότι οι αυξήσεις είναι στο ύψος του επίσηµου πληθωρισµού ή λίγα δέκατα της ποσοστιαίας µονάδας περισσότερο, και ότι εποµένως το κράτος καλύπτει και µε το παραπάνω τις απώλειες του εισοδήµατος των µισθωτών από την αύξηση του πληθωρισµού.
Και τότε πώς και γιατί προέκυψε αυτή η τεράστια απώλεια των 32 δισ. ευρώ για την οποία µιλήσαµε προηγουµένως; Μα απλούστατα γιατί εκτός από τον πληθωρισµό υπάρχει και η παραγωγικότητα της εργασίας. Η αύξηση της παραγωγικότητας σηµαίνει ότι στον ίδιο εργάσιµο χρόνο οι εργαζόµενοι παράγουν περισσότερο πλούτο. Για να µη χάσουν το µερίδιό τους στον παραγόµενο πλούτο οι εργαζόµενοι πρέπει να έχουν µερίδιο στην παραγωγικότητα τουλάχιστον όσο και τα κέρδη. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο µηχανισµός της αναδιανοµής του εισοδήµατος σε βάρος των εργαζοµένων: παίρνοντας αυξήσεις περίπου στο ύψος του πληθωρισµού οι εργαζόµενοι δεν παίρνουν καθόλου µερίδιο από την αύξηση της παραγωγικότητας. Είναι σαν η αγοραστική δύναµη του µισθού τους να έχει «παγώσει» στο ίδιο επίπεδο, ενώ ο παραγόµενος πλούτος αυξάνεται και τα κέρδη καρπώνονται όλη αυτή την αύξηση και καλπάζουν.

Η ώρα της αλήθειας

Λέγοντας όλα τα προηγούµενα, παραλείψαµε µια µικρή «λεπτοµέρεια»: Ο πληθωρισµός (Δείκτης Τιµών Καταναλωτή ή Αποπληθωριστής Ιδιωτικής Κατανάλωσης) δεν λέει όλη την αλήθεια για το πόσο απαξιώνεται το εισόδηµα των εργαζοµένων από την αύξηση της τιµής των προϊόντων και των υπηρεσιών. Γιατί το µέγεθος αυτό µετράει τις αυξήσεις τιµών µιας µεγάλης γκάµας προϊόντων που καταναλώνουν τα νοικοκυριά σε όλη την κλίµακα εισοδηµάτων. Μετράει δηλαδή και τις αυξήσεις στα προϊόντα και τις υπηρεσίες που καταναλώνουν και τα υψηλά εισοδήµατα. Δεν µπορεί εποµένως να αποδώσει µε ακρίβεια αυτό που στην άµεση αντίληψη των εργαζοµένων λέγεται απλώς «ακρίβεια», δηλαδή αύξηση τιµών σε βασικά είδη και υπηρεσίες µαζικής κατανάλωσης. Και, απλούστατα, η λαϊκή αίσθηση ότι η ακρίβεια είναι µεγαλύτερη από τον «επίσηµο» πληθωρισµό είναι σωστή.
Έπρεπε να έρθει το 2008 ώστε αυτή η αλήθεια να λάµψει. Το κύµα ακρίβειας σε βασικά καταναλωτικά είδη ήταν τόσο ισχυρό ώστε ο µηχανισµός που ληστεύει το εργατικό εισόδηµα δεν µπορεί πλέον να κρυφτεί. Άλλωστε και ο επίσηµος πληθωρισµός έχει πάρει την ανιούσα, και εκτοξεύτηκε για τρεις συνεχόµενους µήνες (Οκτώβριο, Νοέµβριο και Δεκέµβριο του 2007) στο 3,9%.

Ο «αντιπληθωριστικός αγώνας»

Παρ’ όλα αυτά, ο κ. Αλογοσκούφης επιµένει να συντηρήσει µε κάθε τρόπο το µηχανισµό της ληστείας: Ο προϋπολογισµός του προβλέπει αύξηση του πληθωρισµού το 2008 2,8%, λιγότερο και από το 2007 (2,9%), και ενώ τους τελευταίους τρεις µήνες έχει σκαρφαλώσει στο 3,9% και η ακρίβεια καλπάζει, η δε Τράπεζα της Ελλάδος υπολογίζει τον πληθωρισµό το 2008 στο 3,4%. Ετοιµάζεται λοιπόν να εξαγγείλει αυξήσεις από 3% µέχρι το πολύ 3,5%. Όχι µόνο αυτό: άρχισε τις νουθεσίες και τις προτροπές για «αυτοσυγκράτηση» στις αυξήσεις και στον ιδιωτικό τοµέα, µε το επιχείρηµα ότι αλλιώς θα µπούµε σε «φαύλο κύκλο πληθωριστικών πιέσεων». Ο µηχανισµός της λεηλασίας του εργατικού εισοδήµατος, της τεράστιας αναδιανοµής εισοδήµατος υπέρ των πλουσίων, ξεγυµνώνεται και τρίζει. Οι κ. Αλογοσκούφης και Γκαργκάνας, και οι λοιποί ταγοί του νεοφιλελευθερισµού, προσπαθούν να τον διατηρήσουν ανέπαφο σηκώνοντας τη σηµαία του «αντιπληθωριστικού αγώνα». Έτσι εγκαθιδρύθηκε ο νεοφιλελευθερισµός πριν από πολλά πολλά χρόνια: σηκώνοντας τη σηµαία του «αντιπληθωριστικού αγώνα». Ανεµίζοντας τις –ξεφτισµένες πλέον– σηµαίες του µε το ίδιο σύνθηµα προσπαθεί σήµερα να παρατείνει την κυριαρχία του. Ο πραγµατικός τους φόβος δεν είναι βέβαια ο πληθωρισµός, αλλά µήπως αµφισβητηθεί το επίπεδο των κερδών. Ο «αντιπληθωριστικός αγώνας» είναι απλώς το λάβαρο κάτω από το οποίο οι στρατιές των «επενδυτών» και της αγοράς επέπεσαν στο εργατικό εισόδηµα. Είναι η ώρα να κάνουµε τους φόβους τους πραγµατικότητα!

Advertisements