Η αστική τάξη ψάχνει την καταλληλότερη βοναπαρτιστική λύση και η ελληνική Αριστερά ζει μέσα σε χίμαιρες και πανικούς!

(του Πάνου Κοσμά, Kόκκινο-Νοέμβριος 2011)

Τι θα συνέβαινε αν γινόταν το δημοψήφισμα για το ευρώ;

Για λίγες ώρες, ύστερα από την αναγγελία του δημοψηφίσματος για το ευρώ από τις Κάννες, η ελληνική Αριστερά έζησε τη δική της «έξαψη». Οι οπαδοί τού «Έξω από το ευρώ» καταλήφθηκαν από ιερή συγκίνηση: ήρθε η ώρα μας, ο Παπανδρέου μας έφερε την έξοδο από το ευρώ στο πιάτο! Αντίστοιχα, στο στρατόπεδο του «αριστερού ευρωπαϊσμού» (και δεν εννοούμε τον Κουβέλη -αυτός είναι καθεστωτικός ευρωπαϊσμός- αλλά κομμάτια του ΣΥΝ) επικράτησε πανικός: μήπως να απέχουμε; πώς θα διαπράξουμε την ιεροσυλία να ψηφίσουμε «Όχι» σε δημοψήφισμα για το ευρώ; Ωστόσο, η αστική τάξη δεν ρίσκαρε τελικά τη «φυγή προς τα μπρος» με το δημοψήφισμα, επέλεξε έναν άλλο δρόμο για το βοναπαρτισμό, κι έτσι οι πανηγυρίζοντες του «Έξω από το ευρώ» χάνουν τον παράδεισό τους ενώ οι πανικοβλημένοι αριστεροί ευρωπαϊστές ξαναποκτούν τον έλεγχο της αναπνοής τους…
Ευτυχώς, ίσως, τελικά, γιατί με τέτοια Αριστερά καμία ευκαιρία δεν είναι πραγματική ευκαιρία – τουλάχιστον όχι ακόμα!

Αριστερός ευρωπαϊσμός και «Έξω από το ευρώ»

Και στις δύο πτέρυγες (όσον αφορά τη θέση τους για το ευρώ) της Αριστεράς απουσιάζει πλήρως το μαρξιστικό υπόβαθρο στην προβληματική τους. Ο Μαρξ ονόμασε το βασικό του έργο, το «Κεφάλαιο», «κριτική της πολιτικής οικονομίας». Μας δίδαξε ότι δεν υπάρχει «αριστερή πολιτική οικονομία», ότι η πολιτική οικονομία δεν είναι επιστήμη, ότι το κεφάλαιο δεν είναι οικονομικό μέγεθος αλλά κοινωνική σχέση. Αυτό σημαίνει (προκειμένου για τη συζήτηση σχετικά με το πρόγραμμα και τα αιτήματα που διατυπώνει η Αριστερά σε συνθήκες δομικής κρίσης του καπιταλισμού) ότι η κοινωνία δεν είναι ένα ουδέτερο έδαφος πάνω στο οποίο εφαρμόζονται οικονομικά μοντέλα, τα οποία τάχα έχουν την ικανότητα από την ίδια τη δομή τους να προκαλούν προκαθορισμένα οικονομικά αποτελέσματα. Αυτός δεν είναι μαρξιστικός, αλλά αστικός τρόπος σκέψης! Κι όμως, οι μεν ευρωπαϊστές μέσα στην Αριστερά φαντάζονται ένα κεϊνσιανό μοντέλο «παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας» εντός του ευρώ με πυρήνα του οικονομικά μέτρα αύξησης της ζήτησης, οι δε οπαδοί τού «Έξω από το ευρώ» φαντάζονται ένα κεϊνσιανό μοντέλο «παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας» με πυρήνα του τις θαυματουργές ιδιότητες του εθνικού νομίσματος. Οι πρώτοι λένε περίπου το εξής: Λόγω δογματικής εμμονής, οι κυρίαρχοι κύκλοι (το να λέμε για τάξεις είναι… πρωτογονισμός και εξάλλου μπορεί να τρομάξει τους μικροαστούς ψηφοφόρους…) επιμένουν σε ένα μοντέλο διαχείρισης της κρίσης που αντί να δίνει λύση, την επιδεινώνει. Γι’ αυτό χρειάζεται επειγόντως στροφή στον κεϊνσιανισμό: αντί για πολιτικές λιτότητας που καταβαραθρώνουν τη ζήτηση, βαθαίνουν τη λιτότητα και αυξάνουν το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, χρειάζονται πολιτικές στήριξης των εισοδημάτων, των δημόσιων επενδύσεων, τελικά της λαϊκής και δημόσιας κατανάλωσης, δηλαδή της συνολικής ζήτησης. Ώστε να αυξηθεί το ΑΕΠ, να αυξηθούν τα δημόσια έσοδα, να μειωθεί ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ. «Να το κάνουμε όπως ο Ρούζβελτ κι όχι όπως ο Χούβερ!» λένε τελικά αυτοί οι σοσιαλδημοκράτες της Αριστεράς. Και τότε, σε τι θα διαφέρουμε από τον… Ρούζβελτ ώστε να αξίζουμε τον τίτλο Αριστερά; Προστίθεται λοιπόν στην κεντρική ιδέα της αύξησης της ζήτησης επικουρικά μια επιπλέον ατζέντα: να φορολογήσουμε βαριά το κεφάλαιο (κι ωστόσο όχι τόσο βαριά όσο ο Ρούζβελτ…), να μειώσουμε τους εξοπλισμούς (μακάρι να το λένε το ίδιο εύκολα και όταν πλησιάσει ο πόλεμος), να εθνικοποιήσουμε τις τράπεζες (ωστόσο χρειάστηκε να περάσει πάνω από ένας χρόνος μνημονίου για να ξεκολλήσει ο ΣΥΝ από τη θέση για δημιουργία «δημόσιου πυλώνα» στις τράπεζες και να μιλήσει για κοινωνικοποίηση, αλλά ακόμη δεν δέχεται το «χωρίς αποζημίωση των μεγαλομετόχων»), να διαγράψουμε μεγάλο τμήμα του χρέους (αφού ξεκίνησαν από την  επαναδιαπραγμάτευση, για να φτάσουν, σε μια παράλληλη κίνηση με τις πολιτικές των «από πάνω», στο «κούρεμα» της Αριστεράς). Είναι αλήθεια ότι το μόνο απ’ όλα αυτά που δεν έκανε ο Ρούσβελτ είναι να διαγράψει χρέος – αλλά τότε αυτή η πτυχή της κρίσης απλώς δεν υπήρχε για τις ΗΠΑ…

Μήπως όμως όλα αυτά ο αριστερός ευρωπαϊσμός τα εντάσσει σε ένα σοσιαλιστικό σχέδιο; Όχι, γιατί δεν υπάρχουν οι συσχετισμοί γι’ αυτό! Πού τα εντάσσει επομένως; Μα σε ένα διαφορετικό σχέδιο ανασυγκρότησης του κοινωνικού κράτους, ανάπτυξης, «παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας». Η πιο αριστερή πτέρυγα του αριστερού ευρωπαϊσμού προσθέτει και την ασαφή έννοια της «οικονομίας των αναγκών»: να πούμε κάτι που να μη συμβιβάζεται με τον καπιταλισμό και να υπαινίσσεται το σοσιαλισμό αλλά χωρίς να πούμε την «απαγορευμένη» λέξη. Το ζήτημα ωστόσο δεν είναι να βρεθεί το σθένος (που, πάλι, για την υπαρκτή Αριστερά δεν θα είναι και μικρό πράγμα) να εκστομιστεί η λέξη σοσιαλισμός ούτε να εντάξουμε τα επιμέρους αιτήματα θεωρητικά στο στόχο του σοσιαλισμού. Το ζήτημα είναι τα αιτήματα της Αριστεράς να εντάσσονται σε ένα ενιαίο πρόγραμμα, το οποίο να εντάσσεται σε ένα στρατηγικό πλαίσιο αναφοράς, ώστε να δημιουργούν μια μεταβατική δυναμική κοινωνικού μετασχηματισμού.
Σε τι συνίσταται, υπ’ αυτό το πρίσμα, ο αριστερός ευρωπαϊσμός; Μα στην πεποίθηση ότι όλα αυτά θα τεθούν σε θανάσιμο κίνδυνο σε περίπτωση εξόδου από το ευρώ. Που σημαίνει, επομένως, ότι όλα αυτά μπορούν να επιτευχθούν μόνο στο πλαίσιο της Ευρωζώνης. Προφανώς, με τον κοινό αγώνα των κινημάτων και της Αριστεράς. Άρα, αναπόφευκτα, ο αγώνας για την απαλλαγή από τα μνημόνια τίθεται σε μεσο-μακροπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα και συναρτάται με τη δημιουργία συσχετισμών για αλλαγή πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Τόσο μακρινό ώστε να είναι εξαιρετικά αμφίβολο -αν όχι εντελώς σίγουρο- αν θα υπάρχει σ’ αυτό το χρονικό ορίζοντα η Ευρωζώνη για να έχει νόημα μια τέτοια τακτική…
Οι δεύτεροι ανταπαντούν: Καλά και άγια είναι όλα αυτά, αλλά χωρίς έξοδο από το ευρώ δεν μπορούν να εφαρμοστούν. Δίνουν γι’ αυτό έμφαση όχι στο κοινωνικό περιεχόμενο του προγράμματος αλλά στα εθνικά εργαλεία που θα το κάνουν εφικτό: την επιστροφή στη δραχμή, την απαλλαγή «της χώρας και της οικονομίας» από το άγος του χρέους (είτε με τη διαγραφή του είτε σε συνδυασμό με αποπληρωμή του με κόψιμο χρήματος – που «δεν θα μας κοστίσει» παρά μερικούς κορμούς δέντρων!!!), την αύξηση των εξαγωγών μέσα από την υποτίμηση του νομίσματος (άρα πάμε σε εξαγωγικό μοντέλο), τον έλεγχο των διεθνών συναλλαγών, χρηματοοικονομικών και εμπορικών (άρα πάμε ταυτόχρονα σε κλειστό μοντέλο) κ.λπ. Γι’ αυτό οι οπαδοί τού «Έξω από το ευρώ» συντονίστηκαν τελευταία στη θέση ότι το «Έξω από το ευρώ» δεν είναι απλώς ένα αίτημα ή έστω ένα σημαντικό αίτημα, αλλά το αίτημα που δίνει νόημα σε όλα τα’ άλλα, η λυδία λίθος του προγράμματος της Αριστεράς, το υπέρτατο τεκμήριο αριστεροσύνης και ριζοσπαστισμού. Και πού εντάσσονται όλα αυτά; Στο στρατηγικό στόχο του σοσιαλισμού, απαντούν οι οπαδοί του «Έξω από το ευρώ». Ας είναι καλά η… στρατηγική που έχει τη μαγική ιδιότητα να απωθεί τους στόχους στο απώτατο μέλλον ώστε στην πραγματική ζωή να λειτουργούν τα στάδια προς τον ευγενή στόχο…
Τι έχουμε λοιπόν; Δύο κεϊνσιανές στρατηγικές, που η μία θεωρεί ότι μπορεί να υλοποιηθεί μόνο εντός του ευρώ και η άλλη, αντίθετα, μόνο εκτός του ευρώ. Είναι λοιπόν λογικό και αναμενόμενο η πρώτη να ντύνεται με πιο «κοινωνικά» χρώματα και η δεύτερη με πιο «πατριωτικά». Η πρώτη να κατασκευάζει «ταξικά» άλλοθι για τον κεϊνσιανό χαρακτήρα του προγράμματός της και η δεύτερη «σοσιαλιστικά» άλλοθι για τον εθνικοπατριωτικό χαρακτήρα του προγράμματός της.

Αριστερή πρόταση για την έξοδο από την κρίση του καπιταλισμού;

Ξαναγυρνώντας στον Μαρξ, να η κοινή βάση των δύο κεϊνσιανών πτερύγων στην ελληνική Αριστερά: η πεποίθηση ότι διαθέτουν οικονομικά μοντέλα που θα εφαρμοστούν πάνω στο «κοινωνικό σώμα» και που λόγω της εσωτερικής δομής τους θα παραγάγουν τα άλφα ή βήτα αποτέλεσμα. Η θεωρία της ουδετερότητας του κοινωνικού σώματος πάνω στο οποίο εφαρμόζονται τα οικονομικά μοντέλα, η κεϊνσιανή – αστική πολιτική οικονομία, κι όχι ο μαρξισμός! Στη συλλογιστική αυτή, το ταξικό στοιχείο γίνεται εξαρτημένη μεταβλητή του σχεδίου: Λένε οι αριστεροί ευρωπαϊστές: στηρίζουμε μισθούς, συντάξεις και κοινωνικό κράτος για να μεγιστοποιήσουμε τα θετικά αποτελέσματα του κεϊνσιανού εργαλείου που λέγεται αύξηση της ζήτησης. Λένε οι κεϊνσιανοί πατριώτες του «Έξω από το ευρώ»: το κοινωνικό κράτος είναι όρος για να αποδώσουν τα εθνικά εργαλεία πολιτικής, με βασικό το νόμισμα. Εμμέσως παραδέχονται ότι για την Αριστερά τα «οικονομικά μοντέλα» προϋποθέτουν ένα άλλο τρόπο κινητοποίησης των παραγωγικών δυνάμεων και αξιοποίησης των δημόσιων πόρων, αλλά μέχρις εκεί: δεν είναι η ώρα να μιλήσουμε κιόλας για κοινωνικό μετασχηματισμό!
Τι σημαίνει όμως ότι η κοινωνία δεν είναι ουδέτερο έδαφος που πάνω του εφαρμόζονται οικονομικές πολιτικές; Σημαίνει ότι το πραγματικό αποτέλεσμα των οικονομικών πολιτικών εξαρτάται απόλυτα από το αν εφαρμόζονται σε έδαφος καπιταλιστικής αγοράς και κατοχής των μέσων παραγωγής από τους καπιταλιστές (ποιος έχει την πραγματική οικονομική εξουσία), από τον τρόπο κατανομής των κοινωνικών πόρων (αν κατανέμονται από την αγορά, τον ανταγωνισμό των ιδιωτικών κεφαλαίων και το κέρδος), σε ποιες ταξικές δυνάμεις στηρίζεται, θέλει να κινητοποιήσει και να εξυπηρετήσει (ταξική συμμαχία), αν οι ταξικοί συσχετισμοί την ευνοούν ή όχι, ποια κυβερνητική εξουσία την προωθεί, ποιες πολιτικές και κοινωνικές προϋποθέσεις ορίζουν τα περιθώρια δράσης των δυνάμεων της «πραγματικής εξουσίας» (κατεξοχήν του στρατού και των δυνάμεων καταστολής, αλλά και των μίντια) και ποιος την κατέχει και τέλος, αλλά όχι έσχατο, ποια πολιτική δύναμη αναλαμβάνει να υλοποιήσει ένα τέτοιο σχέδιο (υπάρχει ο πολιτικός ηγεμόνας; και ποιος είναι;). Θέλει πολλή φαντασία και καθόλου μαρξισμό για να πιστεύεις στην αυταξία οικονομικών προτάσεων πέρα κι έξω από τις παραπάνω προϋποθέσεις, αλλά η ελληνική Αριστερά διαθέτει μεγάλα αποθέματα φαντασίας και ελάχιστη -πλέον- εμπιστοσύνη στο μαρξισμό… Γι’ αυτό και δεν έχει πρόβλημα να ζητάει έξοδο από το ευρώ αλλά να μην έχει πρόγραμμα και πρόταση εξουσίας γιατί δεν υπάρχουν ακόμη οι όροι (!) ή να ζητάει αλλαγή πολιτικής σε κεϊνσιανή κατεύθυνση εντός του ευρώ! Το πολύ πολύ που έχει ακουστεί, είναι η ευρεία κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία ή η «εναλλακτική διακυβέρνηση με πυρήνα τη Ριζοσπαστική Αριστερά» – έτσι γενικώς και αορίστως.

Αριστερή οικονομική πολιτική χωρίς κοινωνικό μετασχηματισμό;

Η ίδια προβληματική μπορεί να ιδωθεί και από μια άλλη οπτική γωνία: η εφαρμογή του προγράμματος της Αριστεράς εντάσσεται σε ένα σχέδιο κοινωνικού μετασχηματισμού; το προϋποθέτει και το ενεργοποιεί; Ή απλώς αφορά ένα στάδιο όπου αλλάζει «περιεχόμενο» ο καπιταλισμός, γίνεται «πιο κεϊνσιανός, πιο παραγωγικός, πιο φιλολαϊκός», ώστε σε δεύτερο χρόνο, σε επόμενο στάδιο, να προχωρήσει ο κοινωνικός μετασχηματισμός;
Καταρχήν, ας σημειώσουμε ότι ο αντίπαλος όχι μόνο υλοποιεί αλλά και εξαγγέλλει οι ευθαρσώς ένα πρόγραμμα βίαιου κοινωνικού μετασχηματισμού: Φυσικά, ο καπιταλισμός παραμένει καπιταλισμός, αλλά το ευρωπαϊκό μεταπολεμικό μοντέλο κοινωνικού κράτους καταστρέφεται και προωθείται ένας βίαιος μετασχηματισμός του σε κατεύθυνση της «κινεζοποίησης». Ενώ όμως ο καπιταλισμός, πάνω στο σταθερό υπόβαθρο της αγοράς και της κατοχής των μέσων παραγωγής από τους ιδιώτες καπιταλιστές, με το κράτος του και τα κόμματά του, προχωρεί σε ένα βίαιο καπιταλιστικό κοινωνικό μετασχηματισμό, οι δύο πτέρυγες του κεϊνσιανισμού στην Αριστερά, η ευρωπαϊκή και η «πατριωτική», φαντάζονται την εφαρμογή αριστερών οικονομικών πολιτικών χωρίς να έχει κατακτηθεί η πραγματική κοινωνική και πολιτική εξουσία και χωρίς κοινωνικό μετασχηματισμό!
Εκτός από εξαιρετική φαντασία, κάτι τέτοιο χρειάζεται και άγνοια μιας βασικής μαρξιστικής παραδοχής: ότι οι κοινωνικές σχέσεις είναι ενιαίες, δεν τεμαχίζονται και δεν αλλάζουν εν μέρει ή εδώ κι εκεί. Αν μια κυβέρνηση της Αριστεράς προχωρήσει σε μαζική εθνικοποίηση τραπεζών, ΔΕΚΟ και στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων, αυτό σηματοδοτεί την εκκίνηση μιας διαδικασίας κοινωνικού μετασχηματισμού: παραμερίζονται οι ιδιώτες καπιταλιστές από σημαντικούς τομείς της παραγωγής. Από κει και πέρα όμως, η διαδικασία είτε θα ολοκληρωθεί είτε θα πισωγυρίσει: είτε οι ιδιώτες καπιταλιστές θα εκδιωχθούν από όλη την «έκταση» της παραγωγής και διανομής κ.λπ. είτε θα αρχίσουν να ξανακατακτούν τα παλιά εδάφη. Η παλιά σοσιαλδημοκρατική στρατηγική της «μικτής οικονομίας» δεν είναι μια ισορροπία ανάμεσα στο σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό, αλλά η ατελής εκδίωξη των ιδιωτών καπιταλιστών, του κέρδους και τη αγοράς από τομείς της παραγωγής. Ο ενιαίος χαρακτήρας των κοινωνικών σχέσεων παραμένει και αυτό σημαίνει ότι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που παράγουν οι εθνικοποιημένες επιχειρήσεις δεν θα πάψουν να είναι εμπορεύματα παρά μόνο αν το κοινωνικό σχέδιο επιβληθεί ολοκληρωτικά πάνω στην αγορά, οι ιδιώτες καπιταλιστές εκδιωχθούν ολοκληρωτικά, η εξουσία καταληφθεί πλήρως.     Κάθε πραγματικά αριστερή πολιτική, στην υλοποίησή της, δεν μπορεί παρά να προϋποθέτει και να δημιουργεί όρους κοινωνικού μετασχηματισμού. Αλλιώς, είναι διαχείριση του συστήματος. Και ο κεϊνσιανισμός, ευρωπαΐζων ή πατριωτικός, δεν είναι παρά μια εκδοχή «φιλολαϊκής» διαχείρισης του συστήματος.
Μια κυβέρνηση της Αριστεράς, ιδιαίτερα σε συνθήκες οξύτατης δομικής κρίσης του καπιταλισμού, ακόμη κι αν έχει τη διάθεση να συμβιβαστεί, θα αντιμετωπιστεί από το σύστημα με όλα τα κλασικά μέσα της αντεπανάστασης: εργοδοτική ανταρσία, φυγή κεφαλαίων, προβοκάτσιες του «βαθέος κράτους», ασφυκτική οικονομική πίεση από τις αγορές. Ο αγώνας για την εξουσία θα εκτραχυνθεί στο έπακρο. Στην πραγματικότητα, σε πολύ λίγο χρόνο θα κριθεί πού θα γείρει η πλάστιγγα: είτε σε μια ευρύτερη δυναμική κοινωνικού μετασχηματισμού και εφόδου της εργατικής τάξης και των άλλων εκμεταλλευόμενων για την κατάκτηση της εξουσίας είτε στην ανατροπή της, την αντίδραση και την αντεπανάσταση. Αυτή η διαδικασία θα κριθεί στα δύο ουσιαστικά μέτωπα: κοινωνικός μετασχηματισμός και πάλη για την εξουσία – σε καμία πάντως περίπτωση στο ζήτημα του «μέσα ή έξω από το ευρώ».

Ο «αδύναμος κρίκος»

Και οι δύο πτέρυγες της Αριστεράς, ευρωπαϊστές και πατριώτες, αντιστρατεύονται με διαφορετικό τρόπο τη θεωρία του «αδύναμου κρίκου». Οι πρώτοι δεν τον δέχονται καν – εξάλλου δεν παρουσιάζονται και σαν… λενινιστές. Οι δεύτεροι τη δέχονται στα λόγια, αλλά μάλλον έχουν διαβάσει τον Λένιν μέσα από τον Στάλιν.
Οι πρώτοι, παραπέμπουν σε μια διαδικασία δημιουργίας ευρωπαϊκών συσχετισμών. Μιλούν για την ανάγκη ευρωπαϊκού και διεθνούς αγώνα, πράγμα που είναι σωστό, αλλά ύστερα κάνουν ένα αυθαίρετο άλμα και παρουσιάζουν μια διαδικασία ανατροπής σαν να μπορεί να γίνει μεταφυσικά και ομοιόμορφα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ανισόμερη και συνδυασμένη ανάπτυξη όχι μόνο του καπιταλισμού αλλά και των κινημάτων και των αντιστάσεων, η επαληθευμένη από όλη την ιστορική πείρα αλήθεια ότι το σπάσιμο κρίκων της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας είναι που διεθνοποιεί τη δυναμική της ανατροπής παρακάμπτεται μέσα από γενικές επικλήσεις στην ανάγκη ευρωπαϊκού και διεθνούς συντονισμού των κινημάτων και της Αριστεράς και μέσα από μια μεταφυσική προσμονή της αλλαγής των διεθνών συσχετισμών. Όμως και η πλέον πρόσφατη διαθέσιμη εμπειρία, και μάλιστα στην όχι «επαρκώς» διεθνοποιημένη οικονομικά Ανατολή, διαψεύδει τη μεταφυσική τους: στην πρόσφατη «Αραβική άνοιξη», η ευρύτερη δυναμική πυροδοτήθηκε από το σπάσιμο του πρώτου «αδύναμου κρίκου» (Τυνησία) και γενικεύτηκε με το διαδοχικό σπάσιμο νέων «αδύναμων κρίκων». Γιατί λοιπόν να μην είναι το σπάσιμο του αδύναμου κρίκου Ελλάδα που θα πυροδοτήσει μια ευρωπαϊκή δυναμική;
Οι δεύτεροι, ξεχνούν την άλλη απαραίτητη και θεμελιώδη προϋπόθεση της θεωρίας του «αδύναμου κρίκου»: ότι αυτός δεν μπορεί να επιβιώσει αν ταχύτατα δεν πυροδοτήσει μια διεθνή δυναμική, που θα αποτελέσει την «ασπίδα» του, αν δεν μεταφέρει τη «φωτιά» στα μετόπισθεν του διεθνούς συστήματος ώστε αυτό να μη μπορέσει να τον απομονώσει και καταστρέψει. Επομένως, η ρήξη με το διεθνές σύστημα (την Ευρωζώνη και όχι μόνο) είναι η επέκταση και διεθνοποίηση της δυναμικής που προκαλεί η ρήξη σε εθνικό επίπεδο, το σπάσιμο του αδύναμου κρίκου. Και η διεθνοποίηση της ρήξης είναι όρος επιβίωσης. Αντί γι’ αυτό, το σχήμα αντιστρέφεται: η ρήξη με την Ευρωζώνη ανλαγεται σε προϋπόθεση για τη ρήξη σε εθνικό επίπεδο! Και όχι μόνο: στόχος της ρήξης με το διεθνές σύστημα (εν προκειμένω την Ευρωζώνη) δεν είναι η διεθνοποίηση της δυναμικής αλλά η ανάκτηση εθνικών εργαλείων οικονομικής πολιτικής! Δεν είναι η κίνηση προς τα έξω αλλά η κίνηση προς τα μέσα. Και πράγματι, το «Έξω από του ευρώ» δεν σηματοδοτεί μια τακτική διεθνοποίησης της ρήξης. Διότι είναι σωστό ότι η ρήξη με την Ευρωζώνη και το διεθνές σύστημα θα είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα σπασίματος του ελληνικού «αδύναμου κρίκου», αλλά το πώς θα γίνει πιο αποτελεσματικά αυτή η ρήξη, είναι ζήτημα τακτικής. Μια κυβέρνηση της Αριστεράς στην Ελλάδα θα έπρεπε να μεγιστοποιήσει το κόστος για το ιμπεριαλιστικό οικοδόμημα της Ευρωζώνης: να πετάξει το «μπαλάκι» στις καπιταλιστικές καγκελαρίες να βρουν τον τρόπο για την έξωση του «απείθαρχου» από την ΟΝΕ και την Ε.Ε., προκαλώντας τους τα μεγαλύτερα δυνατά προβλήματα, να κηρύξει ανυπακοή και άρνηση εφαρμογής όλων των ευρωπαϊκών συνθηκών και διεθνών συμφωνιών, να καλέσει τους ευρωπαϊκούς λαούς σε κοινό αγώνα για διάλυση της Ευρωζώνης και για συντακτική συνέλευση των ευρωπαϊκών λαών για μια σοσιαλιστική Ευρώπη!
Είναι γι’ αυτούς τους λόγους που το «Έξω από το ευρώ» δεν είναι μεταβατικό αίτημα: γιατί η ρήξη σε εθνικό επίπεδο, δηλαδή με τον δικό μας» καπιταλισμό, προηγείται της ρήξης με το διεθνές σύστημα, είναι προϋπόθεσή της – αλλιώς η θεωρία του αδύναμου κρίκου χάνει κάθε νόημα.
Αλλά βέβαια, για να συζητηθούν σοβαρά όλα αυτά, πρέπει να αρχίσει να συζητιέται όχι με δημοσιογραφικούς αλλά με ουσιαστικούς, στρατηγικούς όρους τι σημαίνει η ταχύτατη μετατροπή του ελληνικού καπιταλισμού σε αδύναμο κρίκο της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας.

Η στάση πληρωμών, το ευρώ και οι κοινωνικές συμμαχίες

Ξαναγυρνώντας στον πανικό των αριστερών ευρωπαϊστών μόλις αναγγέλθηκε από τις Κάννες δημοψήφισμα για το ευρώ, αλλά και στους πανηγυρισμούς των οπαδών του «Έξω από το ευρώ», από τις αντιδράσεις τους έγινε φανερό ότι αντιμετωπίζουν το ευρώ σαν το φετιχιστικό όριο της πολιτικής της Αριστεράς, σαν το στοιχείο που της δίνει πνοή και περιεχόμενο – οι μεν θετικά, οι δε αρνητικά. Είναι χαρακτηριστικά από αυτή την άποψη η συμφωνία των δύο απόψεων στο ότι στάση πληρωμών για τη διαγραφή του χρέους και έξω από το ευρώ είναι δύο αιτήματα-συνθήματα που «πάνε πακέτο», επειδή η στάση πληρωμών οδηγεί σε σύγκρουση και έξοδο από την Ευρωζώνη – κι έτσι οι πρώτοι απορρίπτουν το «πακέτο», οι δε δεύτεροι το υιοθετούν. Ούτε οι μεν ούτε οι δε αντιλαμβάνονται (ή έχουν λόγους να μην αναδεικνύουν) την ταξική υπόσταση του ευρώ: ότι είναι ένα νόμισμα με ταξική αποστολή, κι ότι αυτή η ταξική αποστολή έχει ενσωματωθεί στις ταξικές συμμαχίες εδώ, στην Ελλάδα, είναι μία από τις συγκροτητικές δυνάμεις της ταξικής συμμαχίας του κεφαλαίου και ένα από τα εμπόδια της συγκρότησης μιας ταξικής συμμαχίας του προλεταριάτου και των προλεταριοποιούμενων μικροαστικών στρωμάτων.
Αυτή η «λεπτομέρεια» οδηγεί τους αριστερούς ευρωπαϊστές στο συμπέρασμα ότι δεν πρέπει να τα χαλάσουν με τα τμήματα των μικροαστών κατά κύριο λόγο που έχουν ταξικό συμφέρον από το ευρώ (είτε επειδή έχουν δάνεια σε ευρώ είτε επειδή έχουν καταθέσεις κ.λπ.). Και επειδή θεωρούν ότι η στάση πληρωμών οδηγεί σε σύγκρουση με το ευρώ, την απορρίπτουν. Μόνο που δεν χρειάζεται να μιλήσει η Αριστερά για στάση πληρωμών για να έρθει σε σύγκρουση με το ευρώ: αρκεί μια συνεπής ταξική πολιτική για την ανατροπή του μνημονίου! Διότι το πραγματικό ζήτημα πίσω από τη στάση πληρωμών είναι να πληρώσει το κεφάλαιο και οι τοκογλύφοι δανειστές και όχι οι μισθοί, οι συντάξεις και το κοινωνικό κράτος. Αυτό που τους φοβίζει, είναι η αντίδραση των μικροαστών αλλά και μικροαστικοποιημένων στρωμάτων εργαζομένων, στο ενδεχόμενο να χάσουν αποταμιεύσεις αλλά και περιουσιακά στοιχεία που απέκτησαν με δάνεια σε ευρώ. Να μην ερεθίσουμε, λοιπόν, αυτόν το φόβο, αλλά τι θα κάναμε αν γινόταν το δημοψήφισμα, οπότε αυτός ο φόβος θα ερεθιζόταν έτσι κι αλλιώς εξαιτίας της πρωτοβουλίας του αντιπάλου; Τότε, απλώς οι αριστεροί ευρωπαϊστές θα αντιλαμβάνονταν τη σημασία της αλήθειας ότι το ευρώ είναι συγκροτητική δύναμη της κυρίαρχης ταξικής συμμαχίας και ότι επομένως η πλατιά κοινωνική συμμαχία στην οποία αναφέρονται είναι ακόμη θεωρητικό σχήμα. Και θα γίνει πραγματικότητα μόνο αν ανατραπεί η ταξική ηγεμονία των μικροαστικών συμφερόντων πάνω στην εργατική τάξη!

Η ίδια «λεπτομέρεια» κάνει τους οπαδούς του «έξω από το ευρώ» να βλέπουν τη στάση πληρωμών όχι σαν ταξικό αίτημα αλλά σαν ένα ακόμη εθνικό εργαλείο πολιτικής: να απαλλάξουμε τη «χώρα» και την «οικονομία» από το άγος του χρέους – αλλιώς, πώς θα γίνει η περιβόητη παραγωγική ανασυγκρότηση; Η αυταπάτη αυτών των δεύτερων είναι ότι με το «Έξω από το ευρώ» η κοινωνική συμμαχία της αντίστασης στο μνημόνιο διευρύνεται, επειδή το πατριωτικό πρόταγμα («Όχι στην ξένη κατοχή» κ.λπ.) έχει μεγαλύτερη απήχηση απ’ ό,τι το ταξικό πρόταγμα. Αυτή η αυταπάτη τούς οδήγησε να πανηγυρίζουν τις λίγες ώρες που έζησαν τη μέθη του δημοψηφίσματος με ερώτημα το μέσα ή έξω από το ευρώ. Και δεν σκέφτηκαν ούτε το προφανές: γιατί η Μέρκελ και ο Σαρκοζί επέβαλαν στον Παπανδρέου το ερώτημα του δημοψηφίσματος να αφορά το ευρώ και όχι τη δανειακή σύμβαση; Γιατί, δηλαδή, τους συνέφερε κάτι τέτοιο; Πολύ απλά γιατί πίστευαν ότι αυτό μπορούν να το κερδίσουν, επειδή θα έτεμνε σαν νυστέρι και θα διασπούσε την πλατιά κοινωνική συμμαχία ενάντια στο μνημόνιο. Γιατί σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουν οι οπαδοί τού «Έξω από το ευρώ», το σύνθημά τους περιορίζει την ευρύτητα της κοινωνικής συμμαχίας – σ’ αυτό έχουν δίκιο οι αριστεροί ευρωπαϊστές!

Έτσι, αποδεικνύεται ο συμμετρικός χαρακτήρας και η υπερταξική φύση των απόψεων τόσο του αριστερού ευρωπαϊσμού όσο και του αριστερού πατριωτισμού στο θέμα του ευρώ: το ευρώ είναι το φετιχιστικό όριο της πολιτικής τους ακριβώς επειδή το αποδέχονται σαν το όριο των ταξικών συμμαχιών εδώ, στην Ελλάδα. Το «αταξικό» τους λάθος έχει βαθιές ταξικές ρίζες…
Στο θέμα των κοινωνικών συμμαχιών ξεκινούν από την κατά φαντασίαν ευρεία κοινωνική συμμαχία προσπαθώντας να περισώσουν το θεωρητικό τους κατασκεύασμα και τρέμοντας μήπως η ταξική πόλωση και οι βαθιές διεργασίες αλλαγής της ταξικής ηγεμονίας τη στενέψουν. Από το άγχος μην τρομάξουν οι μικροαστοί και στενέψει η κοινωνική συμμαχία, οι αριστεροί ευρωπαϊστές ξορκίζουν τη στάση πληρωμών και τη σύγκρουση με το ευρώ. Από το ίδιο άγχος, οι οπαδοί του «Έξω από το ευρώ» προσπαθούν να αντισταθμίσουν το στένεμα της κοινωνικής συμμαχίας αντισταθμίζοντάς το με πολύ πατριωτισμό και ανάγοντας τη στάση πληρωμών σε ένα ακόμη εθνικό εργαλείο πολιτικής.
Οι χειραφετητικοί σπασμοί του προλεταριάτου μέσα στο καμίνι της κοινωνική αντεπανάστασης, οι όροι της πολιτικής του συγκρότησης και της διαμόρφωσης μιας κοινωνικής συμμαχίας με τη δική του ταξική ηγεμονία δεν τους αφορούν γιατί δεν εξασφαλίζουν μια…επαρκώς πλατιά κοινωνική συμμαχία ώστε να μπορεί να στηρίξει μια «κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία» – κατά τ’ άλλα παλεύουν για δεκαετίες να φτάσουν στο 10%…

Τι θα γινόταν αν…

Αλήθεια τι θα γινόταν αν τελικά ο Παπανδρέου περνούσε την απόφασή του για δημοψήφισμα για το ευρώ; Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς: Η αστική τάξη θα ενοποιούνταν πάνω στο «Ναι», ο Σαμαράς θα έχανε το πλεονέκτημα της ανέξοδης διαφοροποίησης από το μνημόνιο και το ΠΑΣΟΚ του Παπανδρέου θα γινόταν ξανά ο πολιτικός ηγεμόνας του αστικού μπλοκ, το ΚΚΕ θα έπρεπε είτε να κάνει αποχή (πράγμα πολύ δύσκολο) είτε να βρεθεί στον κοινό παρονομαστή ενός αριστερού «Όχι», ο ΣΥΝ και ο ΣΥΡΙΖΑ θα έμπαιναν σε περιπέτειες από τη διελκυστίνδα ευρωπαϊστών και πατριωτών, οι αριστεροί ευρωπαϊστές θα πάθαιναν κρίση ταυτότητας και θα σκέφτονταν την αποχή, οι οπαδοί του «Έξω από το ευρώ» θα πανηγύριζαν. Αλλά και κοινωνικά, το πλατύ αντικυβερνητικό και αντιμνημονιακό μπλοκ θα διασπαζόταν, καθώς ένα κομμάτι του θα πολωνόταν ξανά προς τις κοινωνικές συμμαχίες του κεφαλαίου από το φόβο της επιστροφής στη δραχμή. Και φυσικά, υπ’ αυτούς τους όρους, χωρίς τον πολιτικό ηγεμόνα που θα εξασφάλιζε μια μαζική, ενωτική και ταξική καμπάνια για το ΟΧΙ, τα πράγματα θα ήταν δύσκολα. Βεβαίως, το ισοζύγιο των διαθέσεων είναι τόσο ευμετάβλητο και οι αντικυβερνητικές διαθέσεις τόσο μαζικές, ώστε υπήρχε η ελπίδα ο κόσμος να δώσει πάλι τη λύση εκεί που η Αριστερά δεν θα μπορούσε. Σε κάθε περίπτωση θα ήταν ένα κορυφαίο τεστ της ταξικής πάλης, ένα κορυφαίο τεστ για την Αριστερά και ταυτόχρονα μια μεγάλη διεργασία συγκρότησης ενός πραγματικά ταξικού μπλοκ ενάντια στην κοινωνική αντεπανάσταση.
Η Αριστερά θα έπρεπε να σηκώσει το γάντι και να κάνει καμπάνια για το ΟΧΙ με βασικά συνθήματα: ΚΑΜΙΑ ΘΥΣΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΥΡΩ! ΚΑΤΩ ΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΚΑΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ! ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΕΙ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΙ ΟΧΙ ΟΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ!
Όμως η εικόνα της Αριστεράς αυτά τα κρίσιμα εικοσιτετράωρα δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας ότι θα ήταν ικανή για κάτι τέτοιο: Ενώ η αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό, αλλά και ο παγκόσμιος καπιταλισμός, έψαχναν τις λύσεις για το σύστημα, η Αριστερά έπιασε τη γωνιά της και περίμενε να δει ποια κάλπη θα στηθεί στο τέλος, δήλωσε ότι προτιμά τις εκλογές από το δημοψήφισμα και ήταν απούσα, τρομοκρατημένη στην ιδέα ότι μπορεί όλη αυτή η αναταραχή να μην επιτρέψει να κεφαλαιοποιηθούν στις εκλογές τα διαφαινόμενα δημοσκοπικά κέρδη. Με τέτοια Αριστερά, που βγάζει γραμμή από τα δελτία των 8 και που προσπαθεί να φανταστεί αν κάθε συγκεκριμένη εξέλιξη απειλεί ή όχι τα δημοσκοπικά της ποσοστά, δεν μπορούμε να πάμε όχι στον πόλεμο αλλά ούτε καν σε ένα «σκληρό» δημοψήφισμα!

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s