Ας φανταστούμε την «επόμενη μέρα», κι ας προετοιμαστούμε γι΄ αυτήν

Featured

του Πάνου Κοσμά,

(RedNotebook, Μάης 2012)

Τι θα συμβεί αν τα αποτελέσματα των ελληνικών εκλογών προκαλέσουν αστάθεια, βραχυκυκλώσουν ή αποδυναμώσουν εξαιρετικά τη μνημονιακή διακυβέρνηση; Τι θα συμβεί αν η αδυναμία του πρώτου κόμματος να σχηματίσει κυβέρνηση στον πρώτο γύρο των διερευνητικών εντολών, φέρει την εντολή στα χέρια του ΣΥΡΙΖΑ; Τι θα σημάνει η -εκτός συγκλονιστικού απροόπτου- εκλογή του Ολάντ την ίδια μέρα με τις ελληνικές εκλογές; Πόσο προετοιμασμένοι είμαστε για τις πολιτικές διεργασίες την «επόμενη μέρα» σε Ελλάδα και Ευρώπη;

Η Ευρώπη ολόκληρη, με την Ελλάδα στην περίοπτη θέση του «αδύναμου κρίκου», βρίσκεται μπροστά σε μια καμπή: το ελληνικό πρόγραμμα προσαρμογής είναι σε πλήρες αδιέξοδο, και μαζί μ΄ αυτό η «συνταγή» που οι Μερκοζί επέλεξαν για να διαχειριστούν την κρίση στο όνομα των συμφερόντων του κεφαλαίου. Η ανασφάλεια και η νευρικότητα είναι εμφανείς στις ευρωπαϊκές καγκελαρίες, στους «θεσμικούς επενδυτές», στα μεγάλα ευρωπαϊκά και διεθνή μίντια, που μιλούν για την ανάγκη …crisis management, εξαιτίας της ανόδου της Αριστεράς και ιδιαίτερα του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα! Η κρίση βαθαίνει, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες μοιάζουν με συμπιεσμένα ελατήρια έτοιμα να εκραγούν, και ο φόβος περνάει στο στρατόπεδο του κεφαλαίου. Τι προδιαγράφουν όλα αυτά;

Η ευρωπαϊκή διάσταση Συνέχεια

Μετά το PSI και το νέο μνημόνιο, τι;

Featured

του Πάνου Κοσμά,

(περιοδικό Κόκκινο, τεύχος 52)

«Όχι μόνο δεν είμαστε μπροστά σε κάποιου είδους σταθεροποίηση στην Ευρωζώνη, αλλά συγκεντρώνονται ταχύτατα οι προϋποθέσεις για ένα νέο, βίαιο ξέσπασμα της κρίσης.»      

«Το πιθανότερο σενάριο, λοιπόν, είναι μια ακόμη πιο χαώδης κατάσταση, δειλά βήματα στη χρηματο-οικονομική διαχείριση της κρίσης (κόψιμο χρήματος από την ΕΚΤ, κάποιας μορφής ευρω-ομόλογο) που θα δημιουργήσουν περισσότερες περιπλοκές, βάθεμα της πολιτικής κρίσης σε ευρωπαϊκό πλέον επίπεδο, κι όχι μια συντεταγμένη στροφή στον «κεϊνσιανισμό». »

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της νέας φάσης στη διαχείριση της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού ύστερα από το PSI και τη νέα δανειακή σύμβαση; Είναι πολύ σημαντικό να απαντηθεί αυτό το ερώτημα όχι μόνο για να ξέρουμε σε ποιο ευρύτερο πλαίσιο γονιμοποιούνται οι πολιτικές διεργασίες (εκλογές και ό,τι ήθελε σημάνουν τα αποτελέσματά τους) αλλά και επειδή η κυρίαρχη προπαγάνδα ισχυρίζεται πως -για μία ακόμη φορά- «η πατρίς εσώθη», η κατάσταση έχει σταθεροποιηθεί και πλέον η ελληνική οικονομία βάζει πλώρη για την ανάπτυξη και την έξοδο από το τούνελ της κρίσης. Είναι έτσι; Και αν όχι, ποια είναι τα χαρακτηριστικά της περιόδου μετά το PSI και τη νέα δανειακή σύμβαση;

Ολοταχώς για το επόμενο «κούρεμα» Συνέχεια

Η αστική τάξη ψάχνει την καταλληλότερη βοναπαρτιστική λύση και η ελληνική Αριστερά ζει μέσα σε χίμαιρες και πανικούς!

(του Πάνου Κοσμά, Kόκκινο-Νοέμβριος 2011)

Τι θα συνέβαινε αν γινόταν το δημοψήφισμα για το ευρώ;

Για λίγες ώρες, ύστερα από την αναγγελία του δημοψηφίσματος για το ευρώ από τις Κάννες, η ελληνική Αριστερά έζησε τη δική της «έξαψη». Οι οπαδοί τού «Έξω από το ευρώ» καταλήφθηκαν από ιερή συγκίνηση: ήρθε η ώρα μας, ο Παπανδρέου μας έφερε την έξοδο από το ευρώ στο πιάτο! Αντίστοιχα, στο στρατόπεδο του «αριστερού ευρωπαϊσμού» (και δεν εννοούμε τον Κουβέλη -αυτός είναι καθεστωτικός ευρωπαϊσμός- αλλά κομμάτια του ΣΥΝ) επικράτησε πανικός: μήπως να απέχουμε; πώς θα διαπράξουμε την ιεροσυλία να ψηφίσουμε «Όχι» σε δημοψήφισμα για το ευρώ; Ωστόσο, η αστική τάξη δεν ρίσκαρε τελικά τη «φυγή προς τα μπρος» με το δημοψήφισμα, επέλεξε έναν άλλο δρόμο για το βοναπαρτισμό, κι έτσι οι πανηγυρίζοντες του «Έξω από το ευρώ» χάνουν τον παράδεισό τους ενώ οι πανικοβλημένοι αριστεροί ευρωπαϊστές ξαναποκτούν τον έλεγχο της αναπνοής τους…
Ευτυχώς, ίσως, τελικά, γιατί με τέτοια Αριστερά καμία ευκαιρία δεν είναι πραγματική ευκαιρία – τουλάχιστον όχι ακόμα!

Αριστερός ευρωπαϊσμός και «Έξω από το ευρώ»

Και στις δύο πτέρυγες (όσον αφορά τη θέση τους για το ευρώ) της Αριστεράς απουσιάζει πλήρως το μαρξιστικό υπόβαθρο στην προβληματική τους. Ο Μαρξ ονόμασε το βασικό του έργο, το «Κεφάλαιο», «κριτική της πολιτικής οικονομίας». Μας δίδαξε ότι δεν υπάρχει «αριστερή πολιτική οικονομία», ότι η πολιτική οικονομία δεν είναι επιστήμη, ότι το κεφάλαιο δεν είναι οικονομικό μέγεθος αλλά κοινωνική σχέση. Αυτό σημαίνει (προκειμένου για τη συζήτηση σχετικά με το πρόγραμμα και τα αιτήματα που διατυπώνει η Αριστερά σε συνθήκες δομικής κρίσης του καπιταλισμού) ότι η κοινωνία δεν είναι ένα ουδέτερο έδαφος πάνω στο οποίο εφαρμόζονται οικονομικά μοντέλα, τα οποία τάχα έχουν την ικανότητα από την ίδια τη δομή τους να προκαλούν προκαθορισμένα οικονομικά αποτελέσματα. Αυτός δεν είναι μαρξιστικός, αλλά αστικός τρόπος σκέψης! Κι όμως, οι μεν ευρωπαϊστές μέσα στην Αριστερά φαντάζονται ένα κεϊνσιανό μοντέλο «παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας» εντός του ευρώ με πυρήνα του οικονομικά μέτρα αύξησης της ζήτησης, οι δε οπαδοί τού «Έξω από το ευρώ» φαντάζονται ένα κεϊνσιανό μοντέλο «παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας» με πυρήνα του τις θαυματουργές ιδιότητες του εθνικού νομίσματος. Οι πρώτοι λένε περίπου το εξής: Λόγω δογματικής εμμονής, οι κυρίαρχοι κύκλοι (το να λέμε για τάξεις είναι… πρωτογονισμός και εξάλλου μπορεί να τρομάξει τους μικροαστούς ψηφοφόρους…) επιμένουν σε ένα μοντέλο διαχείρισης της κρίσης που αντί να δίνει λύση, την επιδεινώνει. Γι’ αυτό χρειάζεται επειγόντως στροφή στον κεϊνσιανισμό: αντί για πολιτικές λιτότητας που καταβαραθρώνουν τη ζήτηση, βαθαίνουν τη λιτότητα και αυξάνουν το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, χρειάζονται πολιτικές στήριξης των εισοδημάτων, των δημόσιων επενδύσεων, τελικά της λαϊκής και δημόσιας κατανάλωσης, δηλαδή της συνολικής ζήτησης. Ώστε να αυξηθεί το ΑΕΠ, να αυξηθούν τα δημόσια έσοδα, να μειωθεί ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ. «Να το κάνουμε όπως ο Ρούζβελτ κι όχι όπως ο Χούβερ!» λένε τελικά αυτοί οι σοσιαλδημοκράτες της Αριστεράς. Και τότε, σε τι θα διαφέρουμε από τον… Ρούζβελτ ώστε να αξίζουμε τον τίτλο Αριστερά; Προστίθεται λοιπόν στην κεντρική ιδέα της αύξησης της ζήτησης επικουρικά μια επιπλέον ατζέντα: να φορολογήσουμε βαριά το κεφάλαιο (κι ωστόσο όχι τόσο βαριά όσο ο Ρούζβελτ…), να μειώσουμε τους εξοπλισμούς (μακάρι να το λένε το ίδιο εύκολα και όταν πλησιάσει ο πόλεμος), να εθνικοποιήσουμε τις τράπεζες (ωστόσο χρειάστηκε να περάσει πάνω από ένας χρόνος μνημονίου για να ξεκολλήσει ο ΣΥΝ από τη θέση για δημιουργία «δημόσιου πυλώνα» στις τράπεζες και να μιλήσει για κοινωνικοποίηση, αλλά ακόμη δεν δέχεται το «χωρίς αποζημίωση των μεγαλομετόχων»), να διαγράψουμε μεγάλο τμήμα του χρέους (αφού ξεκίνησαν από την  επαναδιαπραγμάτευση, για να φτάσουν, σε μια παράλληλη κίνηση με τις πολιτικές των «από πάνω», στο «κούρεμα» της Αριστεράς). Είναι αλήθεια ότι το μόνο απ’ όλα αυτά που δεν έκανε ο Ρούσβελτ είναι να διαγράψει χρέος – αλλά τότε αυτή η πτυχή της κρίσης απλώς δεν υπήρχε για τις ΗΠΑ… Συνέχεια

Το δημοψήφισμα, η κυβέρνηση Παπαδήμου και η Αριστερά

(του Πάνου Κοσμά, Κόκκινο – Νοέμβρης 2011)

Μπροστά σε μια νέα, ελληνική και διεθνή, συγκυρία

Και εγένετο κυβέρνηση με τραπεζίτη πρωθυπουργό και με υπουργούς από το ΠΑΣΟΚ, τη ΝΔ και το ΛΑΟΣ! Ο Μεσοπόλεμος και η κυβέρνηση Τσαλδάρη βρικολάκιασαν και εμφανίστηκαν στη μνημονιακή νύχτα του 2011! Η αστική τάξη ανακάλεσε όλες τις εφεδρείες στα «όπλα», ο Πάσχος Μανδραβέλης εκδήλωσε την ενόχλησή του που δεν προβλέπονται «κυρώσεις» για την περίπτωση που η Αριστερά προσβάλλει τον πρόεδρο της Δημοκρατίας μη ανταποκρινόμενη στις προσκλήσεις του, ενώ «σοβαρά» διεθνή έντυπα μεγάλης εμβέλειας έχουν μια περίεργη επιμονή σε ρεπορτάζ περί κινδύνου πραξικοπήματος στην Ελλάδα. Στο νου έρχεται αυτόματα ο συνειρμός: και ύστερα από τον Τσαλδάρη, ο… Μεταξάς; Ποιο είναι το νόημα, και το «μήνυμα», όσων «πρωτοφανών» ζούμε τις τελευταίες μέρες; Εννοείται βέβαια ότι για να αναλύσουμε την ελληνική περίπτωση, πρέπει να εξετάσουμε σε ποιο στάδιο βρίσκεται η κρίση της Ευρωζώνης και του παγκόσμιου καπιταλισμού εν γένει: πώς σχετίζεται με τις ελληνικές εξελίξεις η «πτώση» της Ιταλίας και η στοχοποίηση πλέον από τις «αγορές» της ίδιας της Γαλλίας, αλλά και η παγκόσμια αγωνία για τη γενίκευση της κρίσης χρέους, για το νέο γύρο τραπεζικής κρίσης και για την επερχόμενη παγκόσμια επιβράδυνση αν όχι νέα ύφεση.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Για μερικές μέρες ύστερα από τη «βόμβα» Παπανδρέου τη Δευτέρα 31 Οκτωβρίου, ένα φάντασμα πλανιόταν πάνω από τον παγκόσμιο καπιταλισμό: το φάντασμα του ελληνικού δημοψηφίσματος – για τη δανειακή σύμβαση αρχικά, για το ευρώ στη συνέχεια. Με την εξαγγελία του, η Wall Street και τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια κατέρρευσαν, οι ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων αναστατώθηκαν, τα spread και τα CDS της Ιταλίας (κυρίως) αλλά και της Ισπανίας απογειώθηκαν, οι «αγορές» περιέλαβαν και τη Γαλλία (οι γαλλικές τράπεζες δέχθηκαν μαζικές επιθέσεις, ενώ πάνω από 10 δισ. ευρώ παίχτηκαν σε λίγες μέρες στα γαλλικά CDS), η Μέρκελ, ο Σαρκοζί και η Λαγκάρντ φρύαξαν και απαίτησαν να εφαρμοστεί το συντομότερο δυνατόν η συμφωνία της Συνόδου Κορυφής (αυτή που τάχα έγινε για να… σώσει τους μισθούς και τις συντάξεις των Ελλήνων εργαζομένων…), οι αναδυόμενοι (Κίνα, Ινδία, Βραζιλία) έκαναν εκκλήσεις να εφαρμοστεί η συμφωνία της 27ης Οκτωβρίου (!) και όλοι μαζί κάλεσαν τον Παπανδρέου στις Κάννες για να του τα ψάλλουν και να του ζητήσουν να μην κάνει δημοψήφισμα ή, αν κάνει, να μην αφορά τη δανειακή σύμβαση αλλά το μέσα ή έξω από το ευρώ!!! Μπροστά στο «φάντασμα» του δημοψηφίσματος, ακόμη και οι εκλογές, που μέχρι χθες θεωρούνταν «καταστροφή» από τα παπαγαλάκια της ελληνικής αστικής τάξης και «απαγορεύονταν» από τους διεθνείς συμμάχους της, έγιναν μια κάποια λύση… Συνέχεια

Γιατί ηττηθήκαμε στον «πρώτο γύρο»;

Η επείγουσα η ανάγκη να δούμε και να διορθώσουμε τα λάθη «εδώ και τώρα», ενόψει του δεύτερου γύρου της αναμέτρησης!

του Πάνου Κοσμά

(Κόκκινο, Ιούλιος 2010)

Στο μικροσκόπιο οι ευθύνες της Αριστεράς

Με το Ασφαλιστικό και τα εργασιακά έκλεισε ένας σημαντικός κύκλος αγώνων. Αυτονόητα λοιπόν τίθεται το ερώτημα: το εργατικό κίνημα και η Αριστερά νίκησαν ή ηττήθηκαν σ’ αυτό τον κύκλο αγώνων; Δυστυχώς η απάντηση είναι προφανής: ηττήθηκαν και μάλιστα -δεδομένων των όρων και των διακυβεύσεων αυτής της μάχης- κατά κράτος! Μπορεί η διαπίστωση να πονάει ή να φαίνεται υπερβολική, αλλά για την Αριστερά και το εργατικό κίνημα δεν υπάρχει άλλος δρόμος παρά να δουν και να διορθώσουν τα λάθη τους, αν θέλουν να διαμορφώσουν σοβαρές προϋποθέσεις νίκης στη συνέχεια της αναμέτρησης με την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και την τρόικα.

Φυσικά, η Αριστερά, σχεδόν στο σύνολό της, δεν αρέσκεται να κάνει απολογισμούς των κοινωνικοταξικιών μαχών στις οποίες συμμετέχει. Με μία εξαίρεση: τους εκλογικούς απολογισμούς. Μετά τις εκλογές όλες οι οργανώσεις και τα κόμματα της Αριστεράς θεωρούν υποχρέωσή τους να κάνουν -και να δημοσιοποιήσουν- το δικό τους απολογισμό για τα αποτελέσματα. Τα Πολιτικά Γραφεία συνεδριάζουν στη σειρά και οι «ερμηνείες» των αποτελεσμάτων δίνουν και παίρνουν. Τι γίνεται όμως όταν μια μεγάλη κοινωνικοταξική αναμέτρηση κλείνει κάποιο κύκλο; Δεν μας χρειάζεται -και μάλιστα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στις εκλογές- ο απολογισμός;   Συνέχεια