Η αστική τάξη ψάχνει την καταλληλότερη βοναπαρτιστική λύση και η ελληνική Αριστερά ζει μέσα σε χίμαιρες και πανικούς!

(του Πάνου Κοσμά, Kόκκινο-Νοέμβριος 2011)

Τι θα συνέβαινε αν γινόταν το δημοψήφισμα για το ευρώ;

Για λίγες ώρες, ύστερα από την αναγγελία του δημοψηφίσματος για το ευρώ από τις Κάννες, η ελληνική Αριστερά έζησε τη δική της «έξαψη». Οι οπαδοί τού «Έξω από το ευρώ» καταλήφθηκαν από ιερή συγκίνηση: ήρθε η ώρα μας, ο Παπανδρέου μας έφερε την έξοδο από το ευρώ στο πιάτο! Αντίστοιχα, στο στρατόπεδο του «αριστερού ευρωπαϊσμού» (και δεν εννοούμε τον Κουβέλη -αυτός είναι καθεστωτικός ευρωπαϊσμός- αλλά κομμάτια του ΣΥΝ) επικράτησε πανικός: μήπως να απέχουμε; πώς θα διαπράξουμε την ιεροσυλία να ψηφίσουμε «Όχι» σε δημοψήφισμα για το ευρώ; Ωστόσο, η αστική τάξη δεν ρίσκαρε τελικά τη «φυγή προς τα μπρος» με το δημοψήφισμα, επέλεξε έναν άλλο δρόμο για το βοναπαρτισμό, κι έτσι οι πανηγυρίζοντες του «Έξω από το ευρώ» χάνουν τον παράδεισό τους ενώ οι πανικοβλημένοι αριστεροί ευρωπαϊστές ξαναποκτούν τον έλεγχο της αναπνοής τους…
Ευτυχώς, ίσως, τελικά, γιατί με τέτοια Αριστερά καμία ευκαιρία δεν είναι πραγματική ευκαιρία – τουλάχιστον όχι ακόμα!

Αριστερός ευρωπαϊσμός και «Έξω από το ευρώ»

Και στις δύο πτέρυγες (όσον αφορά τη θέση τους για το ευρώ) της Αριστεράς απουσιάζει πλήρως το μαρξιστικό υπόβαθρο στην προβληματική τους. Ο Μαρξ ονόμασε το βασικό του έργο, το «Κεφάλαιο», «κριτική της πολιτικής οικονομίας». Μας δίδαξε ότι δεν υπάρχει «αριστερή πολιτική οικονομία», ότι η πολιτική οικονομία δεν είναι επιστήμη, ότι το κεφάλαιο δεν είναι οικονομικό μέγεθος αλλά κοινωνική σχέση. Αυτό σημαίνει (προκειμένου για τη συζήτηση σχετικά με το πρόγραμμα και τα αιτήματα που διατυπώνει η Αριστερά σε συνθήκες δομικής κρίσης του καπιταλισμού) ότι η κοινωνία δεν είναι ένα ουδέτερο έδαφος πάνω στο οποίο εφαρμόζονται οικονομικά μοντέλα, τα οποία τάχα έχουν την ικανότητα από την ίδια τη δομή τους να προκαλούν προκαθορισμένα οικονομικά αποτελέσματα. Αυτός δεν είναι μαρξιστικός, αλλά αστικός τρόπος σκέψης! Κι όμως, οι μεν ευρωπαϊστές μέσα στην Αριστερά φαντάζονται ένα κεϊνσιανό μοντέλο «παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας» εντός του ευρώ με πυρήνα του οικονομικά μέτρα αύξησης της ζήτησης, οι δε οπαδοί τού «Έξω από το ευρώ» φαντάζονται ένα κεϊνσιανό μοντέλο «παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας» με πυρήνα του τις θαυματουργές ιδιότητες του εθνικού νομίσματος. Οι πρώτοι λένε περίπου το εξής: Λόγω δογματικής εμμονής, οι κυρίαρχοι κύκλοι (το να λέμε για τάξεις είναι… πρωτογονισμός και εξάλλου μπορεί να τρομάξει τους μικροαστούς ψηφοφόρους…) επιμένουν σε ένα μοντέλο διαχείρισης της κρίσης που αντί να δίνει λύση, την επιδεινώνει. Γι’ αυτό χρειάζεται επειγόντως στροφή στον κεϊνσιανισμό: αντί για πολιτικές λιτότητας που καταβαραθρώνουν τη ζήτηση, βαθαίνουν τη λιτότητα και αυξάνουν το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, χρειάζονται πολιτικές στήριξης των εισοδημάτων, των δημόσιων επενδύσεων, τελικά της λαϊκής και δημόσιας κατανάλωσης, δηλαδή της συνολικής ζήτησης. Ώστε να αυξηθεί το ΑΕΠ, να αυξηθούν τα δημόσια έσοδα, να μειωθεί ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ. «Να το κάνουμε όπως ο Ρούζβελτ κι όχι όπως ο Χούβερ!» λένε τελικά αυτοί οι σοσιαλδημοκράτες της Αριστεράς. Και τότε, σε τι θα διαφέρουμε από τον… Ρούζβελτ ώστε να αξίζουμε τον τίτλο Αριστερά; Προστίθεται λοιπόν στην κεντρική ιδέα της αύξησης της ζήτησης επικουρικά μια επιπλέον ατζέντα: να φορολογήσουμε βαριά το κεφάλαιο (κι ωστόσο όχι τόσο βαριά όσο ο Ρούζβελτ…), να μειώσουμε τους εξοπλισμούς (μακάρι να το λένε το ίδιο εύκολα και όταν πλησιάσει ο πόλεμος), να εθνικοποιήσουμε τις τράπεζες (ωστόσο χρειάστηκε να περάσει πάνω από ένας χρόνος μνημονίου για να ξεκολλήσει ο ΣΥΝ από τη θέση για δημιουργία «δημόσιου πυλώνα» στις τράπεζες και να μιλήσει για κοινωνικοποίηση, αλλά ακόμη δεν δέχεται το «χωρίς αποζημίωση των μεγαλομετόχων»), να διαγράψουμε μεγάλο τμήμα του χρέους (αφού ξεκίνησαν από την  επαναδιαπραγμάτευση, για να φτάσουν, σε μια παράλληλη κίνηση με τις πολιτικές των «από πάνω», στο «κούρεμα» της Αριστεράς). Είναι αλήθεια ότι το μόνο απ’ όλα αυτά που δεν έκανε ο Ρούσβελτ είναι να διαγράψει χρέος – αλλά τότε αυτή η πτυχή της κρίσης απλώς δεν υπήρχε για τις ΗΠΑ… Συνέχεια

Advertisements

Το δημοψήφισμα, η κυβέρνηση Παπαδήμου και η Αριστερά

(του Πάνου Κοσμά, Κόκκινο – Νοέμβρης 2011)

Μπροστά σε μια νέα, ελληνική και διεθνή, συγκυρία

Και εγένετο κυβέρνηση με τραπεζίτη πρωθυπουργό και με υπουργούς από το ΠΑΣΟΚ, τη ΝΔ και το ΛΑΟΣ! Ο Μεσοπόλεμος και η κυβέρνηση Τσαλδάρη βρικολάκιασαν και εμφανίστηκαν στη μνημονιακή νύχτα του 2011! Η αστική τάξη ανακάλεσε όλες τις εφεδρείες στα «όπλα», ο Πάσχος Μανδραβέλης εκδήλωσε την ενόχλησή του που δεν προβλέπονται «κυρώσεις» για την περίπτωση που η Αριστερά προσβάλλει τον πρόεδρο της Δημοκρατίας μη ανταποκρινόμενη στις προσκλήσεις του, ενώ «σοβαρά» διεθνή έντυπα μεγάλης εμβέλειας έχουν μια περίεργη επιμονή σε ρεπορτάζ περί κινδύνου πραξικοπήματος στην Ελλάδα. Στο νου έρχεται αυτόματα ο συνειρμός: και ύστερα από τον Τσαλδάρη, ο… Μεταξάς; Ποιο είναι το νόημα, και το «μήνυμα», όσων «πρωτοφανών» ζούμε τις τελευταίες μέρες; Εννοείται βέβαια ότι για να αναλύσουμε την ελληνική περίπτωση, πρέπει να εξετάσουμε σε ποιο στάδιο βρίσκεται η κρίση της Ευρωζώνης και του παγκόσμιου καπιταλισμού εν γένει: πώς σχετίζεται με τις ελληνικές εξελίξεις η «πτώση» της Ιταλίας και η στοχοποίηση πλέον από τις «αγορές» της ίδιας της Γαλλίας, αλλά και η παγκόσμια αγωνία για τη γενίκευση της κρίσης χρέους, για το νέο γύρο τραπεζικής κρίσης και για την επερχόμενη παγκόσμια επιβράδυνση αν όχι νέα ύφεση.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Για μερικές μέρες ύστερα από τη «βόμβα» Παπανδρέου τη Δευτέρα 31 Οκτωβρίου, ένα φάντασμα πλανιόταν πάνω από τον παγκόσμιο καπιταλισμό: το φάντασμα του ελληνικού δημοψηφίσματος – για τη δανειακή σύμβαση αρχικά, για το ευρώ στη συνέχεια. Με την εξαγγελία του, η Wall Street και τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια κατέρρευσαν, οι ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων αναστατώθηκαν, τα spread και τα CDS της Ιταλίας (κυρίως) αλλά και της Ισπανίας απογειώθηκαν, οι «αγορές» περιέλαβαν και τη Γαλλία (οι γαλλικές τράπεζες δέχθηκαν μαζικές επιθέσεις, ενώ πάνω από 10 δισ. ευρώ παίχτηκαν σε λίγες μέρες στα γαλλικά CDS), η Μέρκελ, ο Σαρκοζί και η Λαγκάρντ φρύαξαν και απαίτησαν να εφαρμοστεί το συντομότερο δυνατόν η συμφωνία της Συνόδου Κορυφής (αυτή που τάχα έγινε για να… σώσει τους μισθούς και τις συντάξεις των Ελλήνων εργαζομένων…), οι αναδυόμενοι (Κίνα, Ινδία, Βραζιλία) έκαναν εκκλήσεις να εφαρμοστεί η συμφωνία της 27ης Οκτωβρίου (!) και όλοι μαζί κάλεσαν τον Παπανδρέου στις Κάννες για να του τα ψάλλουν και να του ζητήσουν να μην κάνει δημοψήφισμα ή, αν κάνει, να μην αφορά τη δανειακή σύμβαση αλλά το μέσα ή έξω από το ευρώ!!! Μπροστά στο «φάντασμα» του δημοψηφίσματος, ακόμη και οι εκλογές, που μέχρι χθες θεωρούνταν «καταστροφή» από τα παπαγαλάκια της ελληνικής αστικής τάξης και «απαγορεύονταν» από τους διεθνείς συμμάχους της, έγιναν μια κάποια λύση… Συνέχεια